Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Μήπως ανταλλάσουμε την οικονομία ενέργειας με τοξικές αέριες εκπομπές;

Η οικονομία του περιβάλλοντος και η φιλικότητα θα πρέπει να προσδιορίζονται ως ένα γενικό ισοζύγιο ενέργειας και όχι ως ένα μερικό ισοζύγιο ενός κλειστού συστήματος, είτε λέγεται αυτό μικρότερη οικιακή δαπάνη, είτε λέγεται μικρότερη εκπομπή ρύπων κατά την διάρκεια μόνο της χρήσης μιας ορισμένης τεχνολογίας.

Οι παράγοντες που θα πρέπει να συνυπολογιστούν είναι η ενέργεια που δαπανάται κατά την παραγωγή ενός υλικού, η ενέργεια που δαπανάται κατά την χρήση του, η ενέργεια που δαπανάται κατά τον τρόπο και τα μέσα διαχείρισης της εναπόθεσής του (π.χ. ανακύκλωση, αποθήκευση κλπ) και το σημαντικότερο η ενέργεια που δαπανάται στην περίπτωση της επανόρθωσης μιας βλάβης στο περιβάλλον
.


Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό που θα πρέπει να διαθέτει ένα υλικό ή μία τεχνολογία, που θέλει να λέγεται φιλική ως προς το περιβάλλον είναι ο βαθμός αντιστρεψιμότητας της βλάβης που δημιουργεί. Όπως ξέρουμε, μία μη-αντιστρεπτή διαδικασία απαιτεί την δαπάνη ενέργειας για να επανέλθει το σύστημα στην πρότερη αρμονική κατάστασή του.

Για παράδειγμα η μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα είναι σημαντικότερη από την υπεράντλιση των υδάτων, αφού το κύκλωμα νερό-εξάτμιση-βροχή δεν θα πάψει να λειτουργεί ποτέ, εκτός και αν ξαφνικά χαθεί το βαρυτικό και μαγνητικό πεδίο της γης. Όσο περισσότερο καθαρό νερό υπάρχει στην έξοδο μίας δραστηριότητας, άλλο τόσο θα επιστρέψει μέσω των σύννεφων στις θάλασσες στα ποτάμια στις λίμνες και στο έδαφος. Το ζητούμενο είναι να μην επιστρέψει μολυσμένο, γιατί θα δαπανήσεις πολύ περισσότερη ενέργεια για να το επαναφέρεις. Φυσικά η αρμονική ισορροπία μεταξύ κατανάλωσης και διατήρησης της καθαρότητας του νερού είναι το ζητούμενο. Αλλά εδώ μιλάμε για πρακτικές και ιδέες που στρέφουν το ζήτημα σε ένα μόνο δέντρο και όχι σε ολόκληρο το δάσος.

Η εκπομπή CO2 του άνθρακα και η θέσπιση πράσινων τελών στα αυτοκίνητα είναι μία τέτοια περίπτωση. Σιγά – Σιγά θα ξεχάσουμε τον πραγματικό ορισμό του «πράσινου» αυτοκινήτου, γιατί θα το συνδυάζουμε μόνο με την εκπομπή του CO2, απαλείφοντας από την χημεία και την βιολογία ουσίες, όπως ο μόλυβδος ή το μονοξείδιο και το διοξείδιο του αζώτου και του θείου, τους καταλύτες, τα υλικά κατασκευής και τα χρώματα που δημιουργούν εξίσου σημαντικά προβλήματα στο περιβάλλον (τόσο κατά την χρήση τους, όσο και κατά την παραγωγή και την απόσυρσή τους).

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι λάμπες «οικονομίας». Καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια, δηλαδή εκπέμπουν λιγότερους ρύπους στο περιβάλλον και δίνουν περισσότερα χρήματα στην τσέπη μας.

Εάν ενστερνιστούμε τα όσα είπε ο Ν. Κατσαρός, Διευθυντής Ερευνών του ΕΚΕΦΕ, ότι δηλαδή εάν πέντε τέτοιες λάμπες (μία κοινή λάμπα "οικονομίας" γνωστής εταιρείας περιέχει 1.4 mg υδραργύρου, δες το επίσημο φυλλάδιο της εταιρείας) σπάσουν, ο υδράργυρος που περιέχουν μπορεί να μολύνει μια λίμνη ογδόντα τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Στην περίπτωση αυτή η συγκεκριμένη λάμπα "οικονομίας" είναι σπάταλη, γιατί ο Hg δεν αποβάλλεται από τον οργανισμό, είτε πρόκειται για ανθρώπους, είτε για ζώα. Δρα συσωρευτικά και «χτυπάει» στον εγκέφαλο. Συνεπώς η οικολογική «σπατάλη» είναι περισσότερη από την ενεργειακή χρήση και χρηματική οικονομία, που προσφέρει. Πέρα από αυτό η ενέργεια κατασκευής της και η ειδική μεταχείριση απόθεσης των καμένων λαμπών (σε σχέση με τις συμβατικές λάμπες), ίσως να ανεβάζει και την συνολική δαπάνη ενέργειας για όλο αυτόν τον κύκλο (παραγωγή – κατανάλωση – ανακύκλωση) εάν δεν τηρούνται οι κανόνες ασφαλείας, διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης και τέλος αν δεν υπάρχει η σωστή πληροφόρηση των καταναλωτών για την σωστή χρήση και απόσυρσή τους.

Αφορμή για όλα τα παραπάνω στάθηκε μία μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Yale με τον τίτλο:
«Τοπικές εκτιμήσεις για τις εκπομπές υδραργύρου από την χρήση λαμπών φθορισμού» (
Spatial Assessment of Net Mercury Emissions from the Use of Fluorescent Bulbs).

Η μελέτη αναφέρεται στις κόμπακτ λάμπες φθορισμού (compact fluorescent lighting – CFL) ή αλλιώς λάμπες οικονομίας. Μία ομάδα επιστημόνων από το Yale ερεύνησε το γεγονός της χρήσης των CFL, από τις Η.Π.Α και ορισμένων άλλων χωρών οι οποίες στάθηκαν περισσότερο στα οφέλη που προσφέρουν στο παγκόσμιο κλίμα.

Η μελέτη αυτή δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Science and Technology και μελέτησε 130 χώρες για να προσδιορίσει την επίδραση που είχαν οι λάμπες CFL στις συνολικές εκπομπές υδραργύρου στις περιοχές αυτές.

Η μελέτη αυτή έδειξε ότι κάποιες χώρες, καθώς υιοθετούν τις CFL λάμπες από τις λάμπες πυρακτώσεως, μειώνουν δραστικά τις εκπομπές υδραργύρου, ενώ κάποιες άλλες όχι.

Για παράδειγμα, η ηλεκτροπαραγωγή της Εσθονίας εξαρτάται σημαντικά από την καύση του άνθρακα. Η κάθε αντικατάσταση λάμπας πυρακτώσεως με μία λάμπα CFL μειώνει δραστικά τις εκπομπές υδραργύρου στην χώρα αυτή. Έτσι η Εσθονία βρίσκεται στις πρώτες χώρες με σημαντική μείωση εκπομπών τοξικών αερίων. Την ίδια δραστική μείωση συμβαίνει και με την Κίνα καθώς οι συμβατικές λάμπες αντικαθίστανται. Στις πρώτες λίστες με σημαντική μείωση εκπομπών βρίσκεται, όπως αναφέρει η μελέτη, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα, καθώς και οι πολιτείες των Η.Π.Α., όπως της Βόρειας Ντακότα, Ν. Μεξικού και Δυτικής Βιρτζίνια.

Όμως, στο μεγαλύτερο μέρος της Ν. Αμερικής, Αφρικής, Μ. Ανατολής και Ευρώπης μαζί με τις Αλάσκα, Καλιφόρνια, Όρεγκον, Αϊντάχο και άλλων πολιτειών των Η.Π.Α. παρατηρήθηκε αύξηση των εκπομπών με την αντικατάσταση των συμβατικών λαμπών πυρακτώσεως με αυτές των CFL λαμπών. Το απρόσμενο αυτό αποτέλεσμα προκύπτει λόγω διάφορων αλληλοεξαρτώμενων παραγόντων, όπως το πόσο κάθε περιοχή η ηλεκτροπαραγωγή της εξαρτάται από την καύση του άνθρακα, από την χημική σύνθεση και επικάλυψη του άνθρακα, καθώς και από τα προγράμματα ανακύκλωσης των CFL λαμπών.
 
Η συγγραφέας της μελέτης και επίκουρος καθηγήτρια του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Yale, Julie Beth Zimmerman, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι:
«…οι CFL λάμπες ανήκουν σε μία «περιοχή» που όλοι μας πιέζουμε να θεσπιστούν νόμοι και διατάξεις, χωρίς να κοιτάζουμε τις ενδεχόμενες ακούσιες συνέπειες των πράξεών μας…»

Ενώ ο Χημικός Μηχανικός
Matthew Eckelman του Κέντρου για την Βιομηχανική Οικολογία (Center for Industrial Ecology), που ηγούταν της μελέτης, αναφέρει ότι: 
«...είναι καλό να διαφημίζουμε την ενεργειακή απόδοση, αλλά πάντα πρόκειται για μία συναλλαγή. Μπορεί να έχεις χαμηλούς λογαριασμούς στο σπίτι σου, αλλά δεν μπορείς να δεις τις τοξικές εκπομπές...».

Οι επονομαζόμενες πράσινες λάμπες είναι πράγματι 4 φορές πιο ενεργειακά αποδοτικές από τις πυρακτώσεως και έχουν διάρκεια ζωής 10 φορές περισσότερο από αυτές, αλλά ο υδράργυρος που περιέχουν μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες και επικίνδυνες βλάβες στο περιβάλλον, τόσο κατά την κατασκευή τους όσο και κατά την απόσυρση τους.


Κλείνοντας, θα συμφωνήσω με τα λόγια της καθηγήτριας και συναδέλφου Julie Beth Zimmerman, η οποία αναφέρεται στις Η.Π.Α.
"...Όλη η αειφορία είναι θέμα τοπικό. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε εάν πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο ή αν είναι καλύτερο να το χειριστούν οι κατατόπους κυβερνήσεις ξεχωριστά..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου